Tο Κυπριακό

Tο Κυπριακό

Κύριε Πρόεδρε,

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Η σημερινή συζήτηση του Κυπριακού στη Βουλή των Αντιπροσώπων αποκτά κατά την άποψή μας, ξεχωριστή σημασία. Πρώτον γιατί λαμβάνει χώρα σε μια κομβική χρονική περίοδο για τον εν εξελίξει διάλογο. Και δεύτερο γιατί ελάχιστες εβδομάδες πριν τις βουλευτικές εκλογές δίδεται η ευκαιρία στις πολιτικές δυνάμεις να παραθέσουν, ή και να επαναλάβουν, από το πιο επίσημο βήμα, τους προβληματισμούς και προτάσεις τους σχετικά με το επιδιωκόμενο αλλά και πως οραματίζονται το μέλλον της πατρίδας μας.Η συζήτηση όμως συμπίπτει και με την συγκυρία συμπλήρωσης 50 χρόνων ζωής της Κυπριακής Δημοκρατίας. Μια συγκυρία που επιβάλλει μια νηφάλια ανασκόπηση της πορείας που ακολουθώντας την οδηγηθήκαμε στη σημερινή τραγική κατάσταση.

Η κατάληξη του απελευθερωτικού αγώνα που δεν δικαίωνε τις θυσίες και τις προσδοκίες του Κυπριακού Ελληνισμού, δυστυχώς δεν επέτρεψε στους τότε ηγέτες, να δεχθούν σαν πραγματικότητα την νέα κατάσταση πραγμάτων.

Η Ελληνοκυπριακή πολιτική ηγεσία, αντί να πολιτεύεται με στόχο την εδραίωση και συγκρότηση του νέου κράτους θεωρούσε πως οι Συμφωνίες Λονδίνου – Ζυρίχης δεν ήταν παρά ένας σταθμός και πως το τέρμα δεν θα μπορούσε να ήταν άλλο από την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα.

Από την άλλη η Τουρκοκυπριακή ηγεσία αποθρασυσμένη από τα απρόσμενα οφέλη των Συμφωνιών και καθοδηγούμενη από τις κυβερνήσεις της ¶γκυρας αντί να συνεργαστεί και να συμβάλει στην οικοδόμηση και ομαλή λειτουργία του κράτους, προετοιμαζόταν για τον δικό της μεγάλο στόχο που δεν ήταν άλλος από την διχοτόμηση της χώρας.

Την όλη κατάσταση επιβάρυνε δυστυχώς και η στάση της Αγγλίας που εφαρμόζοντας το δόγμα «διαίρει και βασίλευε» αξιοποιούσε την διαφορετικότητα επιδιώξεων, ενθαρρύνοντας πότε την μια και πότε την άλλη των κοινοτήτων ώστε μέσα από την συντήρηση της αντιπαράθεσης και τον αποπροσανατολισμό, να διαφυλάττει τα δικά της μεγάλα οφέλη.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Δεν θεωρώ πως θα πρόσφερε την όποια υπηρεσία η λεπτομερής καταγραφή των ολέθριων λαθών που μας οδήγησαν από το στόχο της Ένωσης στην Ανεξαρτησία ή στα όσα ακολούθησαν για να φτάσουμε στην προδοσία και την καταστροφή του 1974.

Θα πρόσθετε όμως ένας νηφάλιος προβληματισμός για την πορεία που ακολουθήσαμε τα τελευταία 37 χρόνια για να διαφανεί αν διδαχτήκαμε από τα λάθη και τα πάθη που μας έφεραν στην σημερινή τραγική κατάσταση.

Σκοπός μου δεν είναι να παρακάμψω τα αυτονόητα, πως δηλαδή κύρια ευθύνη για τη μη λύση του Κυπριακού φέρει η Τουρκία.

Στόχος μου είναι μέσα από την αυτοκριτική και την καλόπιστη κριτική να προκαλέσω τον προβληματισμό για τις δικές μας ευθύνες, λάθη και παραλήψεις. Ένα προβληματισμό που πηγάζει από την ίδια με εσάς αγωνία για τη τύχη του Κυπριακού Ελληνισμού.

ΓιΆ αυτό και δεν θα διστάσω να μιλήσω και σήμερα με τη γλώσσα της αλήθειας. Δεν θα υπολογίσω εκλογές, πολιτικό κόστος και τις όποιες σκοπιμότητες. Θα παραθέσω γεγονότα και εκτιμήσεις για τη μέχρι σήμερα πορεία αλλά και με αίσθημα ευθύνης θα καταθέσω τις θέσεις και προτάσεις του Δημοκρατικού Συναγερμού.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Ανασκοπώντας τις επιλογές και πολιτικές των τελευταίως 37 χρόνων διαπιστώνουμε πως ακολουθήσαμε μια πορεία που τη διέκρινε ο πλεονασμός συνθημάτων, συναισθημάτων και ψευδαισθήσεων. Που της έλειπε το ορθολογικό όραμα. Που στις πλείστες των περιπτώσεων βασίζονταν σΆ ένα ανεδαφικό μεγαλοϊδεατισμό που δεν επέτρεπε στις ηγεσίες να διακρίνουν μεταξύ του ευκταίου και του εφικτού, ένα μεγαλοϊδεατισμό που τον χαρακτήριζαν οι πλάνες για τις υπαρκτές πραγματικότητες ή τις δικές μας δυνατότητες με αποτέλεσμα να περιφρονούμε τον παράγοντα χρόνο και τις εξΆ αυτού δυσμενείς για να μην πω καταστροφικές συνέπειες.

Μια πορεία από την οποία απουσίαζε η συνέπεια, η συγκροτημένη στρατηγική και η συλλογική διαχείριση.

Την ίδια περίοδο και σαν αποτέλεσμα φοβικών συνδρόμων και ιδεοληψιών τη θέση της ρεαλιστικής διεκδίκησης έπαιρνε η δαιμονοποίηση κάθε διεθνούς παρέμβασης έστω και αν εκδηλωνόταν ύστερα από δικές μας πρωτοβουλίες.

Τα ίδια σύνδρομα δεν μας επέτρεψαν δυστυχώς να αξιολογήσουμε σωστά τα διεθνή δεδομένα και πως οι υπερδυνάμεις καθόριζαν και καθορίζουν τις πολιτικές τους όχι με βάση τις αρχές και αξίες του ΟΗΕ αλλά πρώτιστα σύμφωνα με τα δικά τους στρατηγικά συμφέροντα.

Αποτέλεσμα, ακολουθώντας μια «ευφάνταστη και πολυδιάστατη» όπως την αποκαλούσαμε, πολιτική, να παραλείψουμε να κτίσουμε αξιόπιστες συμμαχίες, ζώντας στην πλάνη πως μπορούσαμε να παίζουμε πότε με την Ανατολή, πότε με τη Δύση και άλλοτε με τους Αδέσμευτους.

Είναι ακριβώς μέσα από ανάλογες πλάνες που αφήσαμε το άλλοτε έντονο διεθνές ενδιαφέρον και στήριξη να μετατραπούν σε κόπωση και αδιαφορία.

Ας αναλογιστούμε τη διεθνή αντίδραση στην ανακήρυξη του ψευδοκράτους τον Νοέμβριο του 1983, τα ευνοϊκά για μας ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας, την πολιτική απομόνωση και αποδοκιμασία του ψευδοκράτους από το σύνολο της διεθνούς κοινότητας.

Και ας αξιολογήσουμε και συγκρίνουμε το σημερινό καθεστώς του παρανόμου μορφώματος. Ποιος μπορεί να αγνοήσει την πολιτική και οικονομική αναβάθμιση που έχει προκύψει μέσα από την παρέλευση του χρόνου. Ενδεικτικά και μόνο θα δώσω κάποια παραδείγματα.

α. Οι Τουρκοκύπριοι ηγέτες γίνονται πλέον δεκτοί από ηγέτες κρατών, Υπουργούς Εξωτερικών, τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ενώ ανάλογοι αξιωματούχοι πραγματοποιούν επισκέψεις μέχρι και στο λεγόμενο προεδρικό γραφείο.

β. Λεγόμενοι βουλευτές εκπροσωπούν πλέον το ψευδοκράτος στη Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης, με δικαίωμα λόγου.

γ. Η χρήση του παρανόμου αεροδρομίου δεν θεωρείται πλέον ως ποινικό αδίκημα από την Κυπριακή Δημοκρατία ενώ η αποδοχή της διεξαγωγής εμπορίου διαμέσου της διαχωριστικής γραμμής δεν αποτελεί παρά έμμεση αναγνώριση μεταξύ άλλων των δομών και οργάνων του παρανόμου μορφώματος.

δ. Χειρότερο και από τον συνεχιζόμενο και εντεινόμενο εποικισμό, που αποτελεί σίγουρα έγκλημα πολέμου, είναι η εκ των πραγμάτων αναγνώριση δικαιωμάτων στους εποίκους από το ίδιο το ΕΔΑΔ.

ε. Οι σχέσεις που έχουν αναπτυχθεί μεταξύ ψευδοκράτους και Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέσω της οικονομικής βοήθειας δεκάδων εκατομμυρίων, την διατήρηση γραφείου αντιπροσωπείας και τη τεχνοκρατική στήριξη, δεν αποτελούν παρά άλλο ένα στοιχείο αναβάθμισης, με τη δική μας μάλιστα ανοχή και συναίνεση.

ζ. Οι ελληνοκυπριακές περιουσίες μαζικά και παράνομα ιδιοποιούνται και αντί της διεθνούς καταδίκης βρίσκει δυστυχώς σε μεγάλο βαθμό δικαίωση μέσα από τη πρόσφατη απόφαση του ΕΔΑΔ στην υπόθεση Δημόπουλος, που όχι μόνο παραπέμπει τους νόμιμους ιδιοκτήτες στην Επιτροπή Αποζημιώσεων των σφετεριστών αλλά αλλοιώνει και βασικά ιδιοκτησιακά δικαιώματα.

Πόσα άλλα πρέπει να αναφέρω για να καταδείξω πόσο ο χρόνος εργάζεται σε βάρος, αλλά και εξουδετερώνει στοιχειώδη συστατικά της επιδιωκόμενης λύσης;

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Οι αναφορές σε θλιβερές εξελίξεις δεν αποσυνδέονται από τη δεδομένη και υπαρκτή Τουρκική αδιαλλαξία. Ούτε βεβαίως και γίνονται για να εισηγηθούμε πως πρέπει να δεχθούμε την όποια λύση χάρη τάχα της λύτρωσης του κυπριακού ελληνισμού. Αντίθετα στοχεύουν στον προβληματισμό για το πόσο αναγκαία καθίσταται όσο ποτέ άλλοτε, μια αξιόπιστη, συγκροτημένη και αποτελεσματική εθνική στρατηγική, μέσα από τη συλλογική διαβούλευση.

Μια τέτοια συγκροτημένη στρατηγική γίνεται ακόμα πιο αναγκαία αν αναλογιστούμε τον αναβαθμισμένο ρόλο της Τουρκίας, τόσο περιφερειακά όσο και διεθνώς.

Ας αναλογιστούμε πως η μόνη φορά που η Τουρκική πολιτική και η Τουρκική διπλωματία δέχθηκε ήττα, παρά το γεγονός ότι ήταν το ίδιο ισχυρή, ήταν όταν Κύπρος και Ελλάδα είχαν ολοκληρωμένη στρατηγική, συγκεκριμένους στόχους, αξιοπιστία, δημιούργησαν τις αναγκαίες συμμαχίες, αξιοποίησαν συγκυρίες και έκαναν κατορθωτό η αδύναμη Κύπρος να καταστεί πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να έχει ίσο λόγο με τα υπόλοιπα των Ευρωπαϊκών κρατών σε σχέση με την Ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας. Ένας στόχος που έχει επιτευχθεί παρά τις απειλές της Τουρκίας ότι η ένταξη της Κύπρου με άλυτο το Κυπριακό θα προκαλούσε την άνευ ορίων αντίδραση της.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Αν είναι κάτι που επιτείνει τις ανησυχίες μας είναι πως δυστυχώς, παρά τα όσα έχουν επισυμβεί, αυτό που παρατηρείται τα τελευταία τρία χρόνια είναι η πλήρης απουσία μιας ανάλογης, αξιόπιστης και αποτελεσματικής στρατηγικής, όπως κατΆ επανάληψη και φορτικά είχαμε εισηγηθεί.

Επί της ουσίας της διαπραγματευτικής διαδικασίας εκφράζαμε μεταξύ άλλων «την ανησυχία μας ότι με τη συγκεκριμένη διαπραγματευτική τακτική υπάρχει ο κίνδυνος παραχωρήσεων εκ μέρους της πλευράς μας σε κεφάλαια όπως αυτό της Διακυβέρνησης χωρίς να έχουν εξασφαλιστεί παραχωρήσεις εκ μέρους της Τουρκικής και Τουρκοκυπριακής πλευράς σε άλλα κεφάλαια όπως της Ασφάλειας, του Εδαφικού και του Περιουσιακού». Προς αποφυγή ενός ανάλογου ενδεχομένου θεωρούσαμε πως ορθότερο θα ήταν «ο διάλογος να επεκταθεί παράλληλα σε όλα τα διαπραγματευτικά κεφάλαια».

Εξηγούσαμε επίσης ότι η θέση των δύο ηγετών πως ο διάλογος είναι κυπριακής ιδιοκτησίας ενώ μας έβρισκε σύμφωνους ως προς το μήνυμα της μη επιβολής του όποιου σχεδίου από τρίτους, οδήγησε τελικά, με την απόλυτη ερμηνεία και εμμονή εκ μέρους του Προέδρου Χριστόφια, στη παραγνώριση του κυρίαρχου ρόλου που διαδραματίζει η Τουρκία. Με αποτέλεσμα εν τη ουσία να ενισχύσουμε την αποενοχοποίηση της αφού της επιτρέπουμε να εμφανίζεται μέσα από επικοινωνιακές προσεγγίσεις ως η χώρα που διακαώς επιθυμεί τη λύση το συντομότερο δυνατό.

Προσθέταμε μάλιστα πως σαν αποτέλεσμα του πιο πάνω δόγματος «παραλείψαμε να εμπλέξουμε και να αξιοποιήσουμε, στο βαθμό που έπρεπε, την Ευρωπαϊκή Ένωση». Καταγράφαμε επίσης της παράληψη της συστηματικής ενημέρωσης των κρατών μελών γεγονός που «δεν επέτρεψε την αποκάλυψη των αδιάλλακτων προσεγγίσεων της Τουρκίας».

Ιδιαίτερα τονίζαμε την «ανάγκη ευθυγράμμισης της Κύπρου με την προσπάθεια της Ένωσης να αποκτήσει Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Aμυνας» και καταθέταμε την εισήγηση για υποβολή αίτησης για συμμετοχή της Κύπρου στο «Συνεταιρισμό για την Ειρήνη» πράξη που «θα διευκόλυνε τη διασύνδεση της λύσης του Κυπριακού με την επίλυση του σοβαρού προβλήματος που δημιουργείται στη σχέση ΕΕ – ΝΑΤΟ και θα δημιουργήσει προϋποθέσεις πίεσης πάνω στην Τουρκία».

Δυστυχώς τόσο οι δικές μας εισηγήσεις όσο και εκείνες των υπολοίπων πολιτικών δυνάμεων έπεσαν στο κενό.

ΓιΆ αυτό εξάλλου και στο εσωτερικό μέτωπο η εικόνα δεν είναι η επιθυμητή.

Ας αναλογιστούμε κάτω από ποιες συνθήκες ξεκίνησε ο Πρόεδρος Χριστόφιας το 2008. Είχε τη στήριξη τριών κομμάτων πέραν του ΑΚΕΛ αλλά και μια υπεύθυνη αντιπολίτευση, που παραμερίζοντας ιδεολογικές διαφορές, έδωσε πίστωση χρόνου και ήταν έτοιμη να συμβάλει στη λήψη κοινών αποφάσεων αλλά και να επιμεριστεί ευθύνες.

Την ίδια ώρα τόσο ο Πρόεδρος όσο και η ηγεσία του ΑΚΕΛ καλούνται με αυτοκριτική διάθεση να αναλογιστούν πως μέσα σε τρία χρόνια κατόρθωσαν να προκαλέσουν τέτοια ρήγματα στο εσωτερικό μέτωπο αλλά και να παραμείνουν στην ουσία μόνοι.

Η απουσία της όποιας προδιαβούλευσης και προσυνεννόησης οδήγησε σε άστοχες κυβερνητικές επιλογές και σε λανθασμένους χειρισμούς που δεν επιτρέπουν ασφαλώς ούτε και στην δική μας παράταξη να μετατραπεί σε συνένοχο και συνεργό, προσποιούμενη πως δεν αντιλαμβάνεται τι στην πραγματικότητα συμβαίνει.

Κανείς δεν μπορεί να επιρρίψει ευθύνες στον Δημοκρατικό Συναγερμό. Από την αρχή τονίζαμε ότι δεν δίνουμε λευκή επιταγή σε κανένα. Έγκαιρα και με φορτικότητα εξηγούσαμε ότι η προδιαβούλευση ήταν για μας προϋπόθεση.

Αντίθετα, μέσα από μια πολιτική που τη διέκριναν κατά κύριο οι ιδεοληψίες και μια μορφή αλαζονείας έχουμε οδηγηθεί στο θλιβερό φαινόμενο την ώρα κρίσιμων στιγμών να έχουμε αντί τις ενότητας, την πολυδιάσπαση.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Θα μπορούσα να αναφερθώ λεπτομερώς και με ημερομηνίες σε δημόσιες παρεμβάσεις και προειδοποιήσεις του Δημοκρατικού Συναγερμού. Θα το αποφύγω. Αλλά θα επαναλαμβάνω τη γνήσια ανησυχία μας, όπως την είχαμε εκφράσει και στο Εθνικό Συμβούλιο τον Σεπτέμβριο του 2009 αλλά και στη πολυήμερη σύνοδο του ΕΣ τον Απρίλιο του 2010: «πως ένα νέο ναυάγιο, έστω και εάν οφείλεται στην Τουρκική αδιαλλαξία, θα έχει καταστροφικές συνέπειες σε βάρος του συνόλου του κυπριακού ελληνισμού».

Μπροστά σε αυτή την απειλητική προοπτική δυστυχώς ευρισκόμαστε σήμερα. Τρία χρόνια μετά την εκλογή του προέδρου Χριστόφια και την έναρξη της διαπραγματευτικής διαδικασίας φτάσαμε στο σημείο να ακούμε από το στόμα του ίδιου το Προέδρου ότι ούτε καν η βάση της λύσης δεν είναι πλέον ξεκάθαρη.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Οι πιο πάνω κριτικές διαπιστώσεις δεν έχουν ως στόχο την αντιπαράθεση αλλά την επισήμανση της ανάγκης μέσα από αυτοκριτική διάθεση να αναγνωριστούν λάθη και παραλείψεις προκειμένου να γίνουν οι αναγκαίες διορθωτικές κινήσεις ενόψει, μάλιστα, του νέου ρόλου που αναμένεται να διαδραματίσουν τα Ηνωμένα Έθνη αλλά και των δυσκολιών και προβλημάτων που έχουμε μπροστά μας.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Σε κανένα δεν επιτρέπεται να παραγνωρίσει τα νέα δεδομένα όπως έχουν διαμορφωθεί μετά τις 18 Νοεμβρίου 2010.

Μέσα από τη δήλωση του Γ.Γ., με τη σύμφωνο γνώμη των δύο ηγετών, διαφαίνεται ο νέος αναβαθμισμένος ρόλος που θέλουν τα Ηνωμένα Έθνη να διαδραματίσουν.

Και πάλι με λύπη θα διαπιστώσω πως ο Πρόεδρος Χριστόφιας δεν αξιολογεί σωστά πως η απουσία συγκροτημένης πολιτικής θα μας οδηγήσει αργά η γρήγορα σε εκείνα τα αφόρητα διλήμματα που ο ίδιος δεν θα επιθυμούσε. Διλήμματα ενδεχομένως μεταξύ ενός αναβαθμισμένου ρόλου με δυνατότητα υποβολής γεφυρωτικών προτάσεων εκ μέρους των Ηνωμένων Εθνών ή μιας Διεθνούς Διάσκεψης με σύνθεση και όρους που δεν θα είμαστε σε θέση να ελέγξουμε. Διλήμματα είτε μεταξύ της σε τακτό χρονοδιάγραμμα κατάληξης του Κυπριακής ιδιοκτησίας διαλόγου είτε, το χειρότερο, σε περίπτωση αποτυχίας την κατάθεση της εντολής εκ μέρους του Γενικού Γραμματέα, όπως έπραξε ο προκάτοχος του.

Η πλάνη πως η αλλαγή των όρων εντολής εξαρτάται από το Συμβούλιο Ασφαλείας ενδεχομένως να μας οδηγήσει σε ένα νέο αδιέξοδο το κόστος του οποίου εμείς θα πληρώσουμε.

Για αυτό και επιμένουμε πως ενώ δεν τασσόμαστε προκαταβολικά ενάντια στην όποια πρωτοβουλία την ίδια ώρα θεωρούμε πως η έλλειψη άριστης προετοιμασίας και η απουσία συγκροτημένης στρατηγικής και τακτικής μπορεί να μας οδηγήσουν σε νέες περιπέτειες.

Κυρίες και κύριοι,

Είχα αναφέρει εξαρχής πως δεν θα περιοριστούμε στην αυτοκριτική και την κριτική για την πορεία που ακολουθήσαμε.

Αλλά θα καταθέσουμε από το πλέον επίσημο βήμα, το βήμα της Βουλής, τις προτάσεις του Δημοκρατικού Συναγερμού.

1. Βασικές παράμετροι λύσης

Επαναλαμβάνουμε αυτολεξεί τις βασικές παραμέτρους λύσης όπως είχαν κατατεθεί στο Εθνικό Συμβούλιο στις 14/9/09 και την πολυήμερη σύνοδο του Σώματος τον Απρίλη του 2010 και αποτελούν ομόφωνες Συνεδριακές Αποφάσεις της παράταξης:

Επαναβεβαιώνουμε την εμμονή μας σε λύση διζωνικής -δικοινοτικής Ομοσπονδίας, με βάση τις συμφωνίες κορυφής 1977 και 1979, τη Συμφωνία της 8ης Ιουλίου 2006 και σύμφωνα με τα ψηφίσματα του ΟΗΕ και τις ευρωπαϊκές αρχές. Μόνο μέσω μιας αμοιβαίας συμφωνίας για την ίδρυση ενός τέτοιου Ομόσπονδου κράτους μπορούμε να επιτύχουμε την επανένωση της πατρίδας μας.

Μια τέτοια Ομοσπονδία θα πρέπει να αποτελεί μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η Ομόσπονδη Κυπριακή Δημοκρατία να είναι αδιαίρετη και αδιάλυτη, να έχει μια κυριαρχία, μια ιθαγένεια και μια διεθνή προσωπικότητα. Οι πρόνοιες της λύσης να συνάδουν με τις αρχές και αξίες πάνω στις οποίες η Ε.Ε. εδράζεται, συμπεριλαμβανομένων των τεσσάρων βασικών ελευθεριών, χωρίς μόνιμες παρεκκλίσεις, και να προβλέπει ότι τα Τουρκικά κατοχικά στρατεύματα θα αποχωρήσουν μέσα σε ένα στενό χρονοδιάγραμμα.

Απορρίπτουμε και αποκλείουμε την όποια μορφή λύσης που οδηγεί στη νομιμοποίηση του status quo ή στη λύση δύο χωριστών κρατών αλλά και την πολιτική που παραπέμπει στην εξεύρεση λύσης σε βάθος χρόνου ή βασίζεται σε ανεδαφικές προσδοκίες ή απροσδιόριστες να επισυμβούν ευνοϊκές συγκυρίες.

Η λύση να είναι προϊόν συμφωνίας και όχι το αποτέλεσμα επιβολής εκ των έξω. Μόνο μια τέτοια συμφωνία μπορεί να παραπεμφθεί σε δημοψήφισμα.

Να υπάρχουν ισχυρές και αξιόπιστες εγγυήσεις εφαρμογής της λύσης με ουσιαστική συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η πλήρης και ενεργός συμμετοχή της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Πολιτική Aμυνας και Ασφάλειας (γεγονός που καθιστά αναγκαία την ύπαρξη μικρής στρατιωτικής δύναμης εκ μέρους της Ομόσπονδης Κυπριακής Δημοκρατίας) θα αποτελέσει ισχυρό και επαρκές εγγυητικό πλαίσιο και θα καταστήσει εφικτή τη διαπραγμάτευση σε σχέση με τις υφιστάμενες Συνθήκες Εγγύησης.

2. Συνολικό Πλαίσιο για τη Λύση του Κυπριακού

Είναι η πεποίθηση μας πως καθίσταται όσο ποτέ άλλοτε αναγκαία η ετοιμασία ενός συνολικού πλαισίου προτάσεων για λύση του Κυπριακού που να συγκεντρώνει τη μέγιστη δυνατή συναίνεση εάν όχι και την ομοφωνία του συνόλου των πολιτικών δυνάμεων. Ένα ανάλογο πλαίσιο δεν θα συμβάλει μόνο στη μέγιστη δυνατή ενότητα των πολιτικών δυνάμεων αλλά θα διασφαλίσει στη δική μας πλευρά την πρωτοβουλία των κινήσεων.

Είναι η άποψη μας πως έμφαση πρέπει να δοθεί στις πρόνοιες που θα διασφαλίζουν τη μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας σΆ ένα ισχυρό ομόσπονδο κράτος. Σε ένα κράτος που μέσα από τις ενδεικτικές και όχι εξαντλητικές αναφερόμενες αρμοδιότητες και εξουσίες, θα διασφαλίζει:

(α) Τη μια και μόνη διεθνή προσωπικότητα, κυριαρχία και ιθαγένεια.

(β) Την απρόσκοπτη λειτουργία βιωσιμότητα και διάρκεια της λύσης.

(γ) Την ενότητα εδάφους, λαού, θεσμών και οικονομίας.

(δ) Την άμυνα και ασφάλεια αλλά και την ευθύνη ελέγχου λιμανιών, αεροδρομίων αλλά και φύλαξης των συνόρων του ομόσπονδου κράτους.

(ε) Την αποκλειστική και αποτελεσματική εκπροσώπηση και συμμετοχή της χώρας στην Ε.Ε., τον Ο.Η.Ε. και τους λοιπούς διεθνείς οργανισμούς.

(ζ) Τη διασφάλιση της δημοκρατικής και αποτελεσματικής λειτουργίας των θεσμών και οργάνων του κεντρικού κράτους και την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του συνόλου των πολιτών.

(η) Την αποκλειστική εκμετάλλευση και διαχείριση των φυσικών πόρων και του θαλάσσιου πλούτου.

(θ) Όποιες άλλες εξουσίες κριθούν ως απολύτως αναγκαίες προκειμένου να διασφαλίζεται η ισχυρή οντότητα του Ομόσπονδου κράτους.

Είναι η άποψη μας πως η υπερσυγκέντρωση εξουσιών στο κεντρικό κράτος αντί της ενίσχυσης της οντότητας θα πολλαπλασιάζει τους κινδύνους τριβών, αδιεξόδων και παράλυσης ενώ θα θέτει σε άμεσο κίνδυνο τη λειτουργία και βιωσιμότητα του κράτους. Είναι αυτονόητο πως ανάλογα φαινόμενα θα έχουν άμεσες επιπτώσεις στην καθΆ ημέρα διαβίωση και ευημερία των πολιτών με αποτέλεσμα να ενισχύονται οι δυνάμεις που θα προτιμούσαν την απόσχιση ή δημιουργία δύο κρατών.

Πιστεύουμε πως ένα καλά ισοζυγισμένο σχέδιο που δεν θα παραγνωρίζει βασικές αρχές του Ο.Η.Ε. και της Ε.Ε., που θα απαντά στις ανησυχίες και προσδοκίες και των Ελληνοκυπρίων, που θα θεμελιώνει ένα λειτουργικό και βιώσιμο ομοσπονδιακό κράτος, θα μας επιτρέψει όχι μόνο να αντιμετωπίσουμε επιτυχώς την προπαγάνδα όσων ισχυρίζονται πως τάχα η Ελληνοκυπριακή πλευρά δεν επιθυμεί ή δεν επείγεται για λύση, αλλά θα μας φέρει ένα βήμα μπροστά από την Τουρκία.

Ταυτόχρονα και λαμβάνοντας υπόψη τον νέο αναβαθμισμένο ρόλο του ΟΗΕ ένα ανάλογο σχέδιο σε συσχετισμό με τις άλλες των προτάσεων μας θα προσφέρει την πλέον αποτελεσματική αντιμετώπιση των διλημμάτων που θα τεθούν ενώπιον μας τους επόμενους μήνες.

3. Διευρυμένη συμμετοχή στον εν εξελίξει διάλογο

Προ της αναλύσεως της πρότασης για διευρυμένη συμμετοχή στην εν εξελίξει διαδικασία θεωρούμε αναγκαίο να διευκρινίσουμε πως, κατΆ αντίθεση με όσα λέγονται, η εισήγηση του ΔΗΣΥ δεν αποσκοπεί στην σύγκλιση της όποιας μορφής διεθνούς διάσκεψης ούτε βεβαίως και στην εκτροπή από την παρούσα διαδικασία.

Την πιο πάνω θέση αναπτύξαμε όχι μόνο δημόσια αλλά και στη συνάντηση με τον Έλληνα Πρωθυπουργό κατά την άτυπη σύνοδο του Συμβουλίου Αρχηγών.

Ταυτόχρονα θα πρέπει να γίνει ξεκάθαρο πως η πρόταση για διευρυμένη συμμετοχή στην εν εξελίξει διαδικασία θα περιορίζεται στην παρουσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Τουρκίας και της Ελλάδας αλλά και κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις όπως:

(α) Πως η όλη διαδικασία θα παραμείνει υπό την αιγίδα του Ο.Η.Ε. και σύμφωνα με τα σχετικά ψηφίσματα του Οργανισμού.

(β) Να διασφαλίζει πως δεν θα είναι περιορισμένου χρόνου ή δεν θα εξαντλείται εντός ασφυκτικών χρονοδιαγραμμάτων, χωρίς από την άλλη (δεν θα πρέπει) να αφήνεται να νοηθεί πως υιοθετούμε έναν ατέρμονα διάλογο απεριορίστου διαρκείας.

(γ) Πως δεν θα επιτραπεί η άσκηση της όποιας μορφής επιδιαιτησίας.

(δ) Πως η αρχή τίποτα δεν θα θεωρείται ως συμφωνηθέν αν δεν συμφωνηθούν τα πάντα, παραμένει αναλλοίωτη.

(ε) Πως η εκπροσώπηση της Ε.Ε. θα είναι υψηλού επιπέδου από προσωπικότητα κύρους η οποία, θα διορίζεται από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και σε συνεργασία με την Διεύθυνση Νομικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, θα λαμβάνει ενεργό μέρος στις συνομιλίες και θα αναφέρεται στο πιο πάνω θεσμικό όργανο της Ένωσης.

Οι λόγοι που συνηγορούν υπέρ μιας ανάλογου προτάσεως είναι οι ακόλουθοι:

(α) Όλοι αναγνωρίζουμε πως η λύση του Κυπριακού προβλήματος εξαρτάται απόλυτα από την βούληση της Τουρκίας, τα στρατεύματα της οποίας ελέγχουν πλήρως την υπό κατοχή περιοχή. Γιατί θα πρέπει λοιπόν να αφήνεται μακριά από τις δικές της ευθύνες, εμφανιζόμενη την ίδια ώρα σαν ο καλής πίστεως τρίτος που επιθυμεί διακαώς τη λύση του κυπριακού;

(β) Πόσο αντιφατικό δεν είναι να ζητούμε τον απευθείας διάλογο με την Τουρκία, να ισχυριζόμαστε πως μέσα από τις πρωτοβουλίες μας συστάθηκε η επιτροπή Μπαρόζο για το Κυπριακό, να δεχόμαστε τον νέο ρόλο του ΟΗΕ, ενώ την ίδια ώρα να επιμένουμε πως ο διάλογος είναι Κυπριακή ιδιοκτησίας;

(γ) Στα εκάστοτε συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου η Τουρκία καλείται «να στηρίξει ενεργώς τις εν εξελίξει διαπραγματεύσεις που στοχεύουν σε μια δίκαιη, συνολική και βιώσιμη λύση του Κυπριακού προβλήματος, στο πλαίσιο των Η.Ε., σύμφωνα με τα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και σύμφωνα με τις αρχές επί των οποίων εδράζεται η Ε.Ε….»

Και εύλογα γεννάται το ερώτημα, αν η Ε.Ε. και Τουρκία δεν καταστούν μέρος στην εν εξελίξει διαπραγμάτευση πώς θα διαφανεί αν πραγματικά «στηρίζει ενεργά τις προσπάθειες για εξεύρεση δίκαιης, συνολικής και βιώσιμης λύσης του Κυπριακού»;

(δ) Είναι καλά γνωστό σε όλους πως η πρόσφατη, δυσμενέστατη απόφαση του ΕΔΑΔ για το περιουσιακό, στηρίχθηκε κατά κύριο λόγο στην ανάληψη από μέρους της Τουρκίας της ευθύνης ελέγχου των κατεχομένων εδαφών. Η Επιτροπή Αποζημιώσεων, θεωρείται από το ΕΔΑΔ ως ένδικο μέσο της Τουρκίας και όχι του παρανόμου καθεστώτος που εγκαθίδρυσε.

Εύλογα συνεπώς γεννάται το ερώτημα πώς είναι δυνατό να παραγνωρίζουμε ακόμα και αποφάσεις του ΕΔΑΔ, θεωρώντας πως μπορεί να λύσουμε ενδοκυπριακά το περιουσιακό πρόβλημα όταν την ευθύνη φέρει, με δική της παραδοχή, η Τουρκία;

(ε) Ένα των σοβαρότερων στοιχείων που βαρύνουν το κυπριακό πρόβλημα, είναι και η πολιτική αλλοίωσης του δημογραφικού χαρακτήρα της Κύπρου με τον εποικισμό των κατεχομένων από την Τουρκία.

Είναι καλά γνωστό πως ο πληθυσμός των κατεχομένων έχει ήδη υπερβεί τις 450,000 και αν συνεχιστεί η εν εξελίξει διαδικασία επΆ αόριστο ή οδηγηθεί σε ένα νέο αδιέξοδο, το πιθανότερο είναι πως σε σύντομο χρόνο η πλειοψηφούσα «κοινότητα» θα είναι η κατοικούσα στην κατεχόμενη πατρίδα μας.

Συνεπώς ο μόνος τρόπος να τεθεί η Τουρκία προ των ευθυνών της είναι η ενεργός εμπλοκή της στην εν εξελίξει διαδικασία.

(στ) Δεν κρίνω σκόπιμη την αναφορά σε άλλες πτυχές του κυπριακού προβλήματος όπως είναι οι εδαφικές αναπροσαρμογές, η απόσυρση στρατευμάτων, οι εγγυήσεις που επίσης εξαρτώνται από τις επιλογές της Τουρκίας.

(ζ) Την ίδια ώρα θα ήθελα να υπενθυμίσω πως ο αγώνας που δώσαμε με επιτυχία και η ένταξη μας στην Ε.Ε. στόχο είχε την ενίσχυση της Κυπριακής Δημοκρατίας στην προσπάθεια της να επιτύχει μια λύση που θα στηρίζεται στο Ευρωπαϊκό κεκτημένο. Και γιΆ αυτό ακριβώς διαχρονικά και με συνέπεια τόσο εμείς όσο και άλλες πολιτικές δυνάμεις επιδιώκαμε την ενεργό εμπλοκή της Ε.Ε. στην διαδικασία εξεύρεσης λύσης του Κυπριακού Προβλήματος.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Παρά ταύτα, τα όσα έχουμε προαναφέρει δεν είναι δυνατόν από μόνα τους να κάμψουν την Τουρκική αδιαλλαξία ή να αποδώσουν τα αναμενόμενα αν δεν συνοδεύονται και από μια σειρά ολοκληρωμένων και συγκροτημένων στρατηγικών επιλογών.

4. Συγκροτημένες στρατηγικές

Σαν τέτοιες συγκροτημένες στρατηγικές είχαμε εισηγηθεί στο Εθνικό Συμβούλιο και σήμερα επαναλαμβάνουμε πως:

Α. Συνεργασία με την Ελλάδα

Θα πρέπει η συνεργασία με την Ελλάδα να είναι ακόμα πιο στενή αλλά και ακόμα πιο ουσιαστική. Η Ελλάδα ήταν και παραμένει η πλέον ανιδιοτελής σύμμαχος στον αγώνα του Κυπριακού Ελληνισμού. Για τούτο και επαναλαμβάνουμε την ανάγκη της ενεργού εμπλοκής της Ελλάδας τόσο στην εν εξελίξει διαδικασία όσο και στη βοήθεια προς τη διαπραγματευτική μας ομάδα, από την αντίστοιχη του Υπουργείου Εξωτερικών.

Β. Ολοκληρωμένη Ευρωπαϊκή Στρατηγική

Θα πρέπει επιτέλους να συνειδητοποιήσουμε πως σαν πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν μπορεί παρά να έχουμε μια ολοκληρωμένη Ευρωπαϊκή στρατηγική. Ενδεικτικά τονίζουμε:

(α) Την ανάγκη ενεργότερης εμπλοκή του συνόλου των θεσμών της Ε.Ε. στις προσπάθειες λύσης του κυπριακού. Έχω ήδη κάνει εκτενή αναφορά επΆ αυτού.

(β) Αξιόπιστη παρουσία στα θεσμικά όργανα και δομές της Ε.Ε. με στόχο την ευθυγράμμιση με πολιτικές που υπηρετούν τις ευρύτερες στοχεύσεις της Ένωσης όπως η καθιέρωση Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτική ¶μυνας και Ασφάλειας.

(γ) Υποβολή αίτησης για συμμετοχή της Κύπρου στο Συνεταιρισμό για την Ειρήνη, πράξη που θα διευκολύνει τη διασύνδεση λύσης του κυπριακού με την επίλυση του προβλήματος στις σχέσεις Ε.Ε. – ΝΑΤΟ και θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις πίεσης πάνω στην Τουρκία.

(δ) Συστηματική προσπάθεια θετικής αξιοποίησης και όσων από τις ευρωπαϊκές χώρες θεωρούνται φίλες της Τουρκίας.

(ε) Συνεχής και τεκμηριωμένη ενημέρωση του συνόλου των χωρών μελών για κάθε φάση του κυπριακού με αξιοποίηση όχι μόνο των διπλωματικών αποστολών αλλά και των πολιτικών δυνάμεων στα πλαίσια των διασυνδέσεων τους με τις αντίστοιχες πολιτικές ομάδες. Ανάλογη αποστολή να ανατεθεί στους ευρωβουλευτές και τη Βουλή των Αντιπροσώπων.

(στ) Σε περίπτωση διαφαινόμενου αδιεξόδου ή άρνησης της Τουρκίας να στηρίξει ενεργά την προσπάθεια λύσης σύμφωνα με τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, να δοθεί σαφές το μήνυμα πως η Κύπρος δεν θα αναμένει την ένταξη της Τουρκίας για λύση αλλά θα ενεργήσει κατά τρόπο που θα τερματίζει οριστικά την ενταξιακή πορεία της εν λόγω χώρας.

Γ. Ολοκληρωμένη πολιτική στρατηγικών συμμαχιών

Είμαστε της άποψης πως απαιτείται άμεσα ανασχεδιασμός της εξωτερικής μας πολιτικής κατά τρόπο που ενώ δεν θα επηρεάζει αρνητικά τις καλές σχέσεις με παραδοσιακά φιλικά κράτη θα ενδυναμώνει τις σχέσεις με κράτη στρατηγικής σημασίας.

Για επίτευξη του πιο πάνω στόχου θα πρέπει να αξιοποιηθούν ισχυρά ρεύματα πίεσης σε χώρες που διαδραματίζουν πρωτεύοντα ρόλο στα διεθνή δρώμενα.

Η όξυνση, για παράδειγμα, στις σχέσεις Τουρκίας – Ισραήλ ή Τουρκίας – Αρμενίας μας βοηθούν να αξιοποιήσουμε τα πανίσχυρα εβραϊκά ή αρμενικά ρεύματα πίεσης όχι μόνο στις ΗΠΑ αλλά και σε σωρεία άλλων χωρών.

Την ίδια ώρα θα πρέπει ο ανασχεδιασμός της εξωτερικής μας πολιτικής να μην παραγνωρίζει τα νέα γεω-στρατηγικά, γεω-πολιτικά δεδομένα αλλά και ενεργειακά δεδομένα που έχουν προκύψει στη λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου.

Κύριε Πρόεδρε, Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Με πλήρες αίσθημα ευθύνης αλλά και της διαχρονικής συνέπειας που διακρίνει τον Δημοκρατικό Συναγερμό έχω παραθέσει τους προβληματισμούς αλλά και τις ξεκάθαρες θέσεις μας στην αντιμετώπιση του μεγάλου εθνικού μας θέματος.

Προτού τελειώσω θα ήθελα για ύστατη φορά να κρούσω τον κώδωνα του κινδύνου καλώντας όλους να συνειδητοποιήσουν πως τα γεγονότα και ο χρόνος δεν επιτρέπει σε κανένα μας ούτε εφησυχασμό ούτε επιλογές στην βάση άλλων σκοπιμοτήτων απΆ ότι το εθνικό συμφέρον υπαγορεύει.

Θέλω να επαναλάβω την ετοιμότητα του Δημοκρατικού Συναγερμού για συνεργασία με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και όλες τις πολιτικές δυνάμεις προκειμένου να αποτρέψουμε τους τουρκικούς σχεδιασμούς αλλά και να επιτύχουμε σΆ αυτό που όλοι προσδοκούμε.

Μια πατρίδα που δεν θα υστερεί των υπολοίπων Ευρωπαϊκών κρατών και που θα δημιουργεί τις προϋποθέσεις για ειρηνική συμβίωση, πρόοδο και ευημερία όλων των νομίμων κατοίκων της Κύπρου. Αυτό οφείλουμε στην πατρίδα μας. Αυτό οφείλουμε στις επερχόμενες γενιές.

FacebookTwitterGoogle+Share